Για την Χριστή Πολιτεία, την Πίστη την Αγία του Χριστού και τη Βασιλεία του Θεού

Η φωτογραφία μου
Τόσο επί της Γης Όσο και επί τοις Ουρανοίς

Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2009

Γενέθλιος Λόγος

Τρεις (3) διαφορετικές εκδοχές μας δίνουν τα 4 ευαγγέλια

Mε τις τρεις διαφορετικές εκδοχές για την Κλήση των 4 μαθητών του Ιησού που μας δίνουν τα 4 ευαγγελία, συμπερασματικά μπορούμε να εικάσουμε ότι οι πρώτοι μαθητές του Ιησού ήταν μαθητές ή είχαν ακούσει τους λόγους του Ιωάννη Βαπτιστή. Δεν μπορεί να ήταν τυχαίοι ψαράδες που ψάρευαν αμέριμνοι στην λίμνη της Γαλιλαίας και ο Χριστός διέκρινε μέσα τους μόνο την προόριση να γίνουν αλιείς ανθρώπων.
Ήταν μαθητές του Ιωάννη. Που σημαίνει ότι όχι μόνο είχαν ακούσει το κήρυγμά του Βαπτιστή αλλά είχαν επενδύσει πάνω του τις όποιες λυτρωτικές, σωτηριολογικές και απελευθερωτικές προσδοκίες τους
Ήταν πολιτικοποιημένοι (με μια έννοια) εργάτες της θάλασσας-λίμνης της Γαλιλαίας.
Ο Ιησούς ήταν ένα πρόσωπο το οποίο ήταν γνωστό σ΄όσους παροικούσαν στον Ιορδάνη ποταμό γύρω από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή.
Είχε συζητηθεί το όνομά του και η παρουσία του.
Άλλωστε, πέριξ του Ιωάννη και Ιορδάνη κήρυξε για πρώτη φορά και το δικό του κήρυγμα ο Ιησούς : «Μετανοείτε ήρθε η Βασιλεία του Θεού».
Δεν μπορεί να ήταν διαφορετικά και έτσι από το πουθενά να παρουσιάστηκε και έκανε τους πρώτους μαθητές, τους οποίους συνάντησε κάποια μέρα στην Γαλιλαία.
Ο χώρος του Ιωάννη πέριξ του Ιορδάνη στην περιοχή της Βηθανίας ήταν ο τόπος δράσης του κινήματος, του κηρύγματος και του μηνύματος του Ιωάννη του Βαπτιστή.
Ο Ιωάννης του Ζεβεδαίου ήταν ο Μαθητής - συνδετικός κρίκος – ο οποίος πρώτα είναι μαθητής του Ιωάννη του Βαπτιστή και αργότερα του Ιησού όταν ο Ιωάννης συλλαμβάνεται.
Μετά τη σύλληψη του Ιωάννη όλοι συζητούν, αναζητούν ή προσδοκούν έναν Νέο Δάσκαλο και Μεσσία.
Όλα μετά, ήταν ζήτημα χρόνου και ημερών να συμβούν.
Και συνέβησαν ήσυχα και απλά, ήσυχα, ήσυχα και απλά
Και να αδελφέ μου, που μάθαμε να κουβεντιάζουμε ήσυχα, ήσυχα και απλά.

Είταν μακρύς ο δρόμος ως εδώ. Πολύ μακρύς, αδελφέ μου.
Οι χειροπέδες βάραιναν τα χέρια. Τα βράδια
που ο μικρός γλόμπος κουνούσε το κεφάλι του λέγοντας «πέρασε η ώρα»
εμείς διαβάζαμε την ιστορία του κόσμου σε μικρά ονόματα
σε κάποιες χρονολογίες σκαλισμένες με το νύχι στους τοίχους των φυλακών
σε κάτι παιδιάστικα σχέδια των μελλοθανάτων
- μια καρδιά, ένα τόξο, ένα καράβι που 'σκιζε σίγουρα το χρόνο,
σε κάποιους στίχους που έμειναν στη μέση για να τους τελειώσουμε
σε κάποιους στίχους που τελειώσαν για να μη τελειώσουμε.
Ήταν μακρύς ο δρόμος ως εδώ - δύσκολος δρόμος.
Τώρα είναι δικός σου αυτός ο δρόμος. Τον κρατάς
όπως κρατάς το χέρι του φίλου σου και μετράς το σφυγμό του
πάνου σε τούτο το σημάδι που άφησαν οι χειροπέδες.
Κανονικός σφυγμός. Σίγουρο χέρι. Σίγουρος δρόμος.

Δίπλα σου αυτός ο ανάπηρος πριν κοιμηθεί βγάζει το πόδι του
τ' αφήνει στη γωνιά - ένα κούφιο ξύλινο πόδι -
πρέπει να το γεμίσεις όπως γεμίζεις τη γλάστρα με χώμα να φυτέψεις λουλούδια
όπως γεμίζεις το σκοτάδι με αστέρια
όπως γεμίζει λίγο-λίγο η φτώχεια στοχασμό κι αγάπη.
Τόχουμε απόφαση, μια μέρα όλοι οι άνθρωποι νάχουμε δυο πόδια
ένα χαρούμενο γεφύρι από μάτια σε μάτια
από καρδιά σε καρδιά. Γι αυτό όπου καθίσεις
ανάμεσα στα τσουβάλια του καταστρώματος φεύγοντας για την εξορία
πίσω απ' τα σίδερα του τμήματος μεταγωγών
κοντά στο θάνατο που δεν λέει «αύριο»
ανάμεσα σε χιλιάδες δεκανίκια από πικρά σακατεμένα χρόνια,
εσύ λες «αύριο» και κάθεσαι ήσυχος και βέβαιος
όπως κάθεται ένας δίκαιος άνθρωπος αντίκρυ στους ανθρώπους.

Αυτά τα κόκκινα σημάδια στους τοίχους μπορεί νάναι κι από αίμα
- όλο το κόκκινο στις μέρες μας είναι αίμα -
μπορεί νάναι κι απ' το λιόγερμα που χτυπάει στον απέναντι τοίχο.
Κάθε δείλι τα πράγματα κοκκινίζουν πριν σβήσουν
κι ο θάνατος είναι πιο κοντά. Έξω απ' τα κάγκελα
είναι οι φωνές των παιδιών και το σφύριγμα του τραίνου.
Τότε τα κελιά γίνονται πιο στενά
και πρέπει να σκεφτείς το φως σ' έναν κάμπο με στάχυα
και το ψωμί στο τραπέζι των φτωχών
και τις μητέρες να χαμογελάνε στα παράθυρα
για να βρεις λίγο χώρο ν' απλώσεις τα πόδια σου.
Κείνες τις ώρες σφίγγεις το χέρι του συντρόφου σου,
γίνεται μια σιωπή γεμάτη δέντρα
το τσιγάρο κομμένο στη μέση γυρίζει από στόμα σε στόμα
όπως ένα φανάρι που ψάχνει το δάσος - βρίσκουμε τη φλέβα
που φτάνει στη καρδιά της άνοιξης. Χαμογελάμε.

Χαμογελάμε κατά μέσα. Αυτό το χαμόγελο το κρύβουμε τώρα.
Παράνομο χαμόγελο - όπως παράνομος έγινε κι ο ήλιος
παράνομη κι η αλήθεια. Κρύβουμε το χαμόγελο
όπως κρύβουμε στην τσέπη μας την φωτογραφία τής αγαπημένης μας
όπως κρύβουμε την ιδέα τής λευτεριάς ανάμεσα στα δυο φύλλα τής καρδιάς μας.
Όλοι εδώ πέρα έχουμε έναν ουρανό και το ίδιο χαμόγελο.
Αύριο μπορεί να μας σκοτώσουν. Αυτό το χαμόγελο
και αυτόν τον ουρανό δε μπορούν να μας τα πάρουν.

Ξέρουμε πως ο ίσκιος μας θα μείνει πάνου στα χωράφια
πάνου στην πλίθινη μάντρα του φτωχόσπιτου
πάνου στους τοίχους των μεγάλων σπιτιών που θα χτίζουν αύριο
πάνου στην ποδιά της μητέρας που θα καθαρίζει φρέσκα φασολάκια
στην δροσερή αυλόπορτα. Το ξέρουμε.
Ευλογημένη είναι η πίκρα μας
Ευλογημένη η αδελφοσύνη μας
Ευλογημένος ο κόσμος που γεννιέται.

Κάποτε είμαστε πολύ περήφανοι, αδελφέ μου,
γιατί δεν είμαστε καθόλου σίγουροι.
Μεγάλα λόγια λέγαμε
πολλά χρυσά γαλόνια βάζαμε στο μπράτσο τού στίχου μας
ένα ψηλό λοφίο ανέμιζε στο μέτωπο του τραγουδιού μας
κάναμε θόρυβο-φοβόμαστε, γι αυτό κάναμε θόρυβο
σκεπάζαμε το φόβο μας με τη φωνή μας
χτυπούσαμε τα τακούνια μας στο πεζοδρόμιο
ανοιχτές δρασκελιές, καμπανιστές
όπως κείνες οι παρελάσεις με τ' άδεια κανόνια
που τις κοιτάν οι άνθρωποι απ' τα πορτοπαράθυρα
και που κανείς δεν τις χειροκροτάει.

Τότες βγάζαν λόγους στις ξύλινες εξέδρες, στα μπαλκόνια,
φωνάζαν τα ραδιόφωνα, ξανάλεγαν τους λόγους,
πίσω απ' τις σημαίες κρυβόταν ο φόβος
μέσα στα τύμπανα αγρυπνούσαν οι σκοτωμένοι
κανείς δεν καταλάμβαινε τι γινόταν
οι σάλπιγγες μπορεί να δίναν το ρυθμό στα βήματα
δεν δίναν το ρυθμό στη καρδιά. Ψάχναμε το ρυθμό.
Οι αντιφεγγιές απ' τα όπλα και τα τζάμια κάτι δίναν στα μάτια μια στιγμή - τίποτ' άλλο
ύστερα κανένας δεν θυμόταν λέξη, δεν θυμόταν πρόσωπο και ήχο.
Το βράδυ όταν σβήναν τα φώτα κ' έσερνε ο αγέρας στους δρόμους
τις χάρτινες σημαιούλες
κ' η βαρειά σκιά ενός οδοστρωτήρα έμενε στην πόρτα
εμείς αγρυπνούσαμε
μαζεύαμε τη σκόρπια βουή των δρόμων
μαζεύαμε τα σκόρπια βήματα
βρίσκαμε το ρυθμό, την καρδιά, τη σημαία.

Και να, αδελφέ μου, που μάθαμε να κουβεντιάζουμε
ήσυχα ήσυχα κι απλά.
Καταλαβαινόμαστε τώρα δεν χρειάζονται περισσότερα.
Και αύριο λέω θα γίνουμε ακόμα πιο απλοί
θα βρούμε αυτά τα λόγια που παίρνουν το ίδιο βάρος
σε όλες τις καρδιές, σ' όλα τα χείλη
έτσι να λέμε πια τα σύκα : σύκα, και τη σκάφη : σκάφη,
έτσι που να χαμογελάνε οι άλλοι και να λένε: «τέτοια ποιήματα
σου φτιάχνουμε εκατό την ώρα». Αυτό θέλουμε και μεις.

Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε, αδελφέ μου, απ' τον κόσμο
εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο.

Γιάννης Ρίτσος, Καπνισμένο τσουκάλι (απόσπασμα)
Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα [Β' Τόμος] (1978)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.